
Στον εσωτερικό χώρο του τζαμιού ξεχωρίζει η αναπαράσταση του σκηνικού που είχε σχεδιάσει ο Γκίκας για το χορόδραμα της Περσεφόνης, το οποίο παρουσιάστηκε στο Covent Garden του Λονδίνου το 1967. Οι επισκέπτες αισθάνονται σαν να περπατούν στον κόσμο που είχε δημιουργήσει ο καλλιτέχνης για την παράσταση. Επίσης, εκτίθεται και η μοναδική σωζόμενη μακέτα της παράστασης, η οποία ανήκει στη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη. Όλος ο σχεδιασμός της έκθεσης βασίζεται σε αυτή τη μακέτα.
Η έκθεση περιλαμβάνει περισσότερα από 70 έργα του Γκίκα, όπως σχέδια, χαρακτικά, ελαιογραφίες, γλυπτά και μακέτες από σκηνικά και θεατρικά κοστούμια, τα οποία προέρχονται από το Μουσείο Μπενάκη.
Η έκθεση χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες. Στις δύο πρώτες παρουσιάζονται οι μυθικοί ήρωες, με κεντρικές φιγούρες τον Οδυσσέα και τον Ηρακλή, καθώς και η σύνδεση της μυθολογίας με το θέατρο, μέσα από το χορόδραμα της Περσεφόνης και το ανέκδοτο σχέδιο του Γκίκα για τον Προμηθέα Δεσμώτη. Η τρίτη ενότητα είναι αφιερωμένη στους θεούς και τα στοιχεία της φύσης, κυρίως μέσα από έργα της δεκαετίας του 1970 και 1980, ενώ η τελευταία επικεντρώνεται στους μυθικούς εραστές, με έξι μετάλλια που ο Γκίκας δημιούργησε βασισμένος σε γνωστά ζευγάρια της ελληνικής μυθολογίας, όπως ο Απόλλωνας και η Δάφνη, ο Πλούτωνας και η Περσεφόνη.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά εκθέματα είναι το κεφάλι της Μέδουσας, γλυπτό που φιλοτέχνησε ο Γκίκας το 1948 με τσιμέντο και υλικά από την Πάρο. Στην είσοδο της έκθεσης κυριαρχούν τα γλυπτά του Οδυσσέα και της Ναυσικάς, καθώς και σκίτσα που αποτυπώνουν τους άθλους του Ηρακλή.
Η έκθεση συνοδεύεται από έναν επιμελημένο κατάλογο, ο οποίος περιλαμβάνει πρωτότυπα κείμενα του Γκίκα για τους μύθους, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον έρωτα και την αγάπη, στοιχεία που διαπερνούν όλα τα ζευγάρια της ελληνικής μυθολογίας.
Το Σαντιρβάν τζαμί, ένα ιστορικό κτίσμα από την οθωμανική περίοδο, βρίσκεται στο κέντρο της Δράμας. Ο ναός χρονολογείται από τον 15ο αιώνα, ενώ το 1922 φιλοξένησε πρόσφυγες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το κτίριο ανακηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο το 1983, όμως υπέστη φθορές με τα χρόνια. Το 2012, η εταιρεία Raycap το απέκτησε και το αποκατέστησε πλήρως, μετατρέποντάς το σε έναν χώρο πολιτισμού, ενώ ψηφιοποίησε και το αρχείο της τοπικής εφημερίδας «Θάρρος», προσφέροντάς το σε ελεύθερη πρόσβαση στο κοινό.
πηγή: ΑΠΕ -ΜΠΕ
